Ηλεκτρονικός Σύνδεσμος Εφέδρων Αξιωματικών "Δημήτρης ΤΣΑΜΚΙΡΑΝΗΣ"

Ηλεκτρονικός Σύνδεσμος Εφέδρων Αξιωματικών "Δημήτρης ΤΣΑΜΚΙΡΑΝΗΣ"

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Λυκούργος Κογεβίνας

Ο Λυκούργος Ν. Κογεβίνας (Κέρκυρα, Ιούνιος 1887 – Αθήνα, Σεπτέμβριος 1940) ήταν έλληνας ζωγράφος και χαράκτης. Θεωρείται ως ένας από τους πρωτοπόρους Έλληνες στην τέχνη της χαλκογραφίας (οξυγραφίας).
Ήταν γιος του κερκυραίου ποιητή και μεταφραστή Νίκου Κογεβίνα (1856–1897), ο οποίος ήταν γνωστός στους καλλιτεχνικούς κύκλους της εποχής του με το ψευδώνυμο Γλαύκος Πόντιος. Έλαβε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής από τον Γεώργιο Σαμαρτζή και συνδέθηκε φιλικά με τους συμπατριώτες του ζωγράφους Βικέντιο Μποκατσιάμπη και Άγγελο Γιαλλινά.
Το 1903 πήγε στην Ρώμη για να μελετήσει από κοντά τα κλασικά έργα τέχνης της ιταλικής πρωτεύουσας. Το φθινόπωρο του επόμενου χρόνου (1904) εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, μαζί με το μεγαλύτερο αδελφό του, για να σπουδάσει στην Ακαδημία Ζυλιάν και στην Σχολή Καλών Τεχνών. Το ενδιαφέρον του στην αρχή στράφηκε κυρίως στην κλασική ζωγραφική αντιγράφοντας έργα μεγάλων καλλιτεχνών που βρίσκονται στο Λούβρο.
Το 1908 διέκοψε τις σπουδές του για να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία. Όμως επωφελήθηκε από την επιστροφή του στην Ελλάδα για να συμμετάσχει σε ομαδική έκθεση νέων στο Ζάππειο το 1909. Την ίδια εποχή δημοσίευσε τα σχέδιά του Παραλία Λοκρίδος και Ποταμός Κέρκυρας στο περιοδικό Παναθήναια.
Με το τέλος της θητείας του, έφυγε για το Μόναχο. Εκεί γνώρισε τα χαρακτικά του Ντύρερ και εντυπωσιάστηκε τόσο από αυτά ώστε αποφάσισε να αφωσιωθεί στην χαρακτική. Το 1913 εγκαταστάθηκε και πάλι για έναν χρόνο στο Παρίσι, αφού στο μεταξύ υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στους Βαλκανικούς Πολέμους. ("Στα επόμενα χρόνια, η παρισινή μαθητεία εναλλασσόταν με τη στράτευση, στους Βαλκανικούς ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στα μηχανοκίνητα και μετέπειτα, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, με καλλιτεχνική αποστολή στο μέτωπο. ")

Πριν από την επιστροφή του στο Παρίσι, συμμετείχε σε έκθεση του Συνδέσμου Ελλήνων Καλλιτεχνών, του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος.
Το 1914, ο Κογεβίνας έγινε μέλος της «Συντροφιάς των Εννέα», μιας κερκυραϊκής καλλιτεχνικής ομάδας με πρωτοποριακές πνευματικές αναζητήσεις, η οποία εξέδιδε το περιοδικό Κερκυραϊκή Ανθολογία. Η πρώτη του ατομική έκθεση έγινε το 1915, στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», όπου παρουσίασε χαλκογραφίες από τον πόλεμο. Το 1916 παρουσίασε έργα του στο Ζάππειο μαζί με τον Βυζάντιο, τον Λύτρα, τον Παρθένη, τον Μαλέα, κ.ά.

Το 1918, πήγε εθελοντής στην Βόρειο Ήπειρο, ως υπασπιστής του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, ενώ από την κυβέρνηση Βενιζέλου ορίστηκε ζωγράφος του Στρατού, οπότε και φιλοτέχνησε πολλά έργα με πολεμικά θέματα.
Τον Δεκέμβριο του 1918, πραγματοποίησε μεγάλη ατομική έκθεση με εκατό έργα, ζωγραφικά και χαρακτικά. Το φιλότεχνο κοινό της Αθήνας τον χαρακτήρισε «άριστο». Δεν έλλειψαν ωστόσο και τα επικριτικά σχόλια από συντηρητικούς τεχνοκριτικούς που τον κατέταξαν, μαζί με τον Κωνσταντίνο Παρθένη, στους «αντάρτες της τέχνης».
Το 1919 νυμφεύθηκε την εικοσάχρονη τότε Μιχαήλα ή Μικέττα Αβέρωφ (1899–1975), κόρη του εθνικού ευεργέτη Γεωργίου Αβέρωφ. Τα χρόνια του έγγαμου βίου του με την Αβέρωφ, που κράτησε έως το 1933, τα πέρασε στο Παρίσι. Στην γαλλική πρωτεύουσα, ο Κογεβίνας, που είχε μάθει καλά την τέχνη της τυπογραφίας, άνοιξε δικό του εκδοτικό οίκο για να κυκλοφορήσει καλλιτεχνικές εκδόσεις και επιστολικά δελτάρια (καρτ ποστάλ) με ελληνικά θέματα.
Το 1922 εξέδωσε πρώτο του λεύκωμα με δώδεκα χαλκογραφίες και θέμα το Άγιο Όρος (Le Mont Athos, ελληνικός τίτλος: Μοναστήρια του Αγίου Όρους, Paris: La Belle Edition). Ακολούθησαν άλλα τρία δικά του λευκώματα: Grèce paysages antiques (ελληνικός τίτλος: Τοπία της Αρχαίας Ελλάδας, Paris: La Belle Edition, 1924), La Grèce byzantine et franque (ελληνικός τίτλος: Βυζαντινή και Φράγκικη Ελλάδα, Paris: L'Art Grec, 1927), και Corfou (ελληνικός τίτλος: Κέρκυρα, Paris: L'Art Grec, 1930). Ταυτόχρονα άρχισε να ασχολείται με την εικονογράφηση βιβλίων, ενώ συμμετείχε και σε εκθέσεις.
Τον Μάρτιο του 1931, ήταν υποψήφιος για την Έδρα Χαρακτικής στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, μαζί με τον Άγγελο Θεοδωρόπουλο και τον Γιάννη Κεφαλληνό, ο οποίος και τελικά εκλέχτηκε. Το 1933 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα και ένα χρόνο αργότερα, γνώρισε την δεύτερη σύζυγό του, την τριαντάχρονη τότε Αλεξάνδρα Γεωργαντά. Το σπίτι του στην οδό Δεινοκράτους, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη, σώζεται έως σήμερα.
Την δεκαετία του 1930 ο Κογεβίνας προσβλήθηκε από φυματίωση. Συνέχισε ωστόσο να εργάζεται σκληρά. Το 1933, με την επιστροφή του στην Ελλάδα, συμμετείχε με τον Γαλάνη, τον Κεφαλληνό, τον Ζαβιτσιάνο (που είχε στο μεταξύ πεθάνει) και Θεοδωρόπουλο σε μεγάλη έκθεση χαρακτικών στην αίθουσα τέχνης «Στούντιο» της Αθήνας. Την ίδια χρονιά εικονογράφησε το βιβλίο του Καμπούρογλου Αἱ Ἀθῆναι ποὺ φεύγουν. Έως το 1939 δημοσίευσε μερικές ακόμα χαλκογραφίες του στο περιοδικό Νέα Εστία και εικονογράφησε δύο ακόμη βιβλία: Η οικογένεια Μάρμορα του Σπυρίδωνα Θεοτόκη (1937) και Καράβια του Αγώνος (1938). Μάλιστα, για την εικονογράφηση της Οικογένειας Μάρμορα, τιμήθηκε με το βραβείο του Υπουργείου Παιδείας (1938).
Το καλοκαίρι του 1939, η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε. Έναν χρόνο, αργότερα ο Λυκούργος Κογεβίνας άφησε την τελευταία του πνοή. Ο συνάδελφός του Περικλής Βυζάντιος, στον επικήδειο που εκφώνησε, χαρακτήρισε τον ζωγράφο και χαράκτη ως τον πρώτο «που έδειξε στους ζωγράφους το δρόμο των νησιών με τα άσπρα σπίτια, την Σαντορίνη με τα κόκκινα βράχια, τα μοναστήρια με τα υψηλά κυπαρίσσια στις κορφές των βουνών, ολόκληρο το υλικό του ελληνικού υπαίθρου».
Ο Λυκούργος Κογεβίνας θεωρείται ως αυτός που εισήγαγε στην Ελλάδα την τεχνική της οξυγραφίας. Μαζί με τους συμπατριώτες του Ζαβιτσιάνο και Βεντούρα, συγκαταλέγετεται στους πρωτεργάτες της ελληνικής χαρακτικής. Η τέχνη του, κατά την πιο δημιουργική περίοδο 1908–1925, συνέβαλε πάρα πολύ στην εδραίωση της ελληνικότητας στην νεοελληνική καλλιτεχνική ζωή. Απέδωσε το ελληνικό τοπίο χρησιμοποιώντας ευρωπαϊκή τεχνική αλλά και μοναδική ελληνική χροιά.


(Πηγή:www.el.wikipedia.org)